Γεώργιος Βαρδή Τσουρής, 1903-1990

Γιάννης Βλαχογιάννης

 

Γιος του οπλαρχηγού Βάρδα Τσουρή γεννήθηκε στον Λειβαδά Σελίνου του Νομού Χανίων.
Έμεινε ορφανός από μητέρα  και πατέρα σε μικρή ηλικία.

Φοίτησε στο Δημοτικό σχολείο του χωριού Μονή και στο Γυμνάσιο της πόλης των Χανίων και υπήρξε αυτοδίδακτος στη Γαλλική γλώσσα.

Το 1920 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας.
Το 1922 διέκοψε για ένα έτος τις σπουδές του λόγω επιστράτευσης.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εργαζόταν σε νυχτερινή βάρδια αρχικά στο Τηλεγραφείο και κατόπιν στο Νοσοκομείο των Προσφύγων ως εσωτερικός άμισθος βοηθός ιατρός.

Το 1925 αποφοίτησε με ”Άριστα” και διορίστηκε για ένα εξάμηνο στο Νοσοκομείο Προσφύγων ως έμμισθος βοηθός ιατρός.

Το 1926 -παρά τις άριστες επαγγελματικές προοπτικές που είχε στην Αθήνα- λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων- επέστρεψε στον τόπο του.

Με έδρα την Παλαιόχωρα άσκησε το ιατρικό λειτούργημα σε όλα τα γύρω χωριά υπό αντίξοες συνθήκες.
Συγχρόνως το 1929 ίδρυσε εκεί πολιτιστικό σύλλογο με διάφορες  δραστηριότητες (διαλέξεις, βιβλιοθήκη, δενδροφυτεύσεις, αγώνες λιθαριού κλπ)

Το 1929 διορίστηκε ως υπεύθυνος για την «καταπολέμηση των Λοιμωδών νόσων και την περίθαλψη των εν Χανίοις Προσφύγων».

Το 1930 αρίστευσε στον διαγωνισμό της Υγειονομικής Σχολής και αντιπροσώπευσε την Ελλάδα σε τρίμηνο διεθνές φροντιστήριο για την ελονοσία  που οργάνωσε το τμήμα Υγιεινής της Κοινωνίας των Εθνών για όλα τα κράτη μέλη. Με τη διεθνή Υγειονομική Αποστολή επισκέφτηκε τις χώρες Γαλλία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Γερμανία και Ισπανία για τη μελέτη της Υγειονομικής Οργάνωσης.

Μετά την επάνοδό του διορίστηκε Ιατρός Προϊστάμενος του ανθελονοσιακού συνεργείου και ανέλαβε μέχρι το 1933 την διεύθυνση και την οργάνωση του ανθελονοσιακού αγώνα.

Παράλληλα, την ίδια περίοδο (1930-1936) εξελέγη από το Γεωργικό Επιμελητήριο παμψηφεί μέλος του  ”Ταμείου Ελαιοπαραγωγής Χανίων” και ανέλαβε χρέη Γενικού Γραμματέα.

Με την ιδιότητα αυτή ασχολήθηκε εκτός των άλλων και με την αντιμετώπιση της ασθένειας του δάκου με αλληλογραφία με τα Γεωπονικά Πανεπιστήμια Αθήνας, Ισπανίας και Ιταλίας και με επίσκεψη, κατά την διάρκεια της προαναφερθείσας Υγειονομικής Αποστολής για την ελονοσία, σε ελαιοπαραγωγούς περιοχές.

Επίσης συμμετείχε ως ομιλητής σε γεωργο-αγροτικά συνέδρια και  σε συγκεντρώσεις των αγροτών ελαιοπαραγωγών και αρθρογραφούσε για τα προβλήματα τους. Χαρακτηριστικά το 1956 στο αγροτικό συνέδριο μίλησε -κατά παράκληση του Αγροτικού Συλλόγου- με τέτοια οξύτητα, που αποχώρησαν ο Νομάρχης και ο Γ.Γ. του Υπουργείου και εκλήθη σε απολογία από τον Νομάρχη.
Από το 1932 και μετά του ανατέθηκε κατά περιόδους η Διεύθυνση του Υγειονομικού Κέντρου Χανίων και η Διεύθυνση Υγιεινής Κρήτης (εποπτεύων τα ιδρύματα αυτής και το Λεπροκομείο της Σπιναλόγκας).

Το 1933 διορίστηκε ως βοηθός Ιατρός στο Φθισιατρείο Χανίων και το 1937 ως Διευθυντής έως το 1957 που καταργήθηκε. Το μεγαλύτερο διάστημα εκτελούσε και τα καθήκοντα  του Διοικητικού Διευθυντή.

Παράλληλα το 1939 του χορηγείται η ιατρική ειδικότητα της Φυματιολογίας.

Στο διάστημα που υπηρέτησε στο Σανατόριο εφάρμοσε σύγχρονες θεραπευτικές μεθόδους (το Σανατόριο Χανίων έγινε ένα από τα κέντρα αναφοράς της Στρεπτομυκίνης), διεκδίκησε εξοπλισμό, ανθρώπινο δυναμικό, και διοίκησε αποκομίζοντας εύσημα από τους επιθεωρητές του Υπουργείου τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά, όπως από τον Ερνέστο Κόγουελ, διευθυντή της Υγειονομικής Υπηρεσίας της ΟΥΝΡΑ, από τον γιατρό υγιεινολόγο William Mcintosh του ιδρύματος Rockfeller, από τους υπουργούς Πολυζωγόπουλο και Λίνα Τσαλδάρη κ.α.

Στην περίοδο της κατοχής διατήρησε το ίδρυμα σε ζηλευτό επίπεδο λειτουργίας και σιτισμού δια αυτοκαλλιεργειών, με αποτέλεσμα να τροφοδοτούνται και άλλα ιδρύματα από το πλεόνασμα.
Συγχρόνως τροφοδοτούσε τις αντιστασιακές οργανώσεις με υγειονομικό υλικό.
Το 1945, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, συμμετείχε στην Αθήνα  σε ανώτατο συμβούλιο Υπουργών και του Ταξίαρχου  Smith-Dorrien εκ μέλους των συμμαχικών δυνάμεων με θέμα την απαίτηση των Συμμαχικών δυνάμεων να παραλάβουν τον εξοπλισμό και το υγειονομικό υλικό του Σανατορίου ως λεία πολέμου. Απέδειξε ότι υπήρχαν προπολεμικώς με αποτέλεσμα να αναιρεθεί η απόφαση του Συμμαχικού Στρατηγείου.

Την περίοδο  1935-1940, με ειδικά άρθρα και δημοσιεύματά του «περί του δράματος της φυματιώσεως στην Κρήτη» στον Τύπο της Κρήτης και της Αμερικής (εφημερίδα της ομογένειας ΚΡΗΤΗ) και με σχετική αλληλογραφία προ και μεταπολεμικά με τους προέδρους της Παγκρήτιας  Ένωσης της Αμερικής, δίνει την ιδέα και το σύνθημα του εράνου από τους ομογενείς για την ανέγερση και άλλου Σανατορίου στην Κρήτη .

Η ανέγερση του Παγκρήτιου Βενιζέλειου Σανατόριου ολοκληρώνεται το 1957.

Το 1949-1950 παρακολούθησε το Cours de perfectionnement sur la tuberculose στην Ιατρική Σχολή στο Παρίσι.
Συγχρόνως επισκέφθηκε και παρακολούθησε την οργάνωση και λειτουργία Νοσοκομείων στο Παρίσι (Laennec, Hotel Dieu,Tenon, Pitie-Salpetrier κ.α.).
Συμμετείχε επίσης σε Διεθνή Συνέδρια για την φυματίωση το1958 στην Κωνσταντινούπολη και το 1963 στην Ρώμη.

Μετά την κατάργηση του Σανατορίου, από το 1957 μέχρι το 1964 διετέλεσε Επιστημονικός και Διοικητικός Διευθυντής και οργανωτής του νεοσύστατου Πρεβεντορίου Χανίων, στο οποίο διέμεναν παιδιά με πρώιμη φυματιώδη νόσο από πτωχές οικογένειες. Εκτός των ενεργειών του για τις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης των παιδιών, με διαβήματα  στο Υπουργείο διασφάλισε την παραμονή τους για ένα έτος αντί του εξάμηνου, για να μπορούν να ολοκληρώνουν την σχολική περίοδο στο ίδρυμα.

Το 1957 ο Ερυθρός Σταυρός του απένειμε δίπλωμα και τον Σταυρό Εθνικού Αγώνα 1946-1950 για την εκπαίδευση Αδελφών Εθελοντών Νοσοκόμων τη μεταπολεμική περίοδο.
Εκλέχτηκε μέλος  του Δ.Σ του Ιατρικού Συλλόγου Χανίων τα έτη 1930,1948,1959.

Διετέλεσε Νομαρχιακός Σύμβουλος της επαρχίας Σελίνου -τόπου καταγωγής του- εκλεγόμενος συνεχώς από της θεσπίσεως του θεσμού το1955 μέχρι το 1983 εκτός μίας διετίας.

Στην διάρκεια της θητείας του αγωνίστηκε για την βελτίωση του οδικού δικτύου, των Συγκοινωνιών και την έλευση του ηλεκτροφωτισμού στην επαρχία του αλλά και κατήγγειλε περιπτώσεις διασπάθισης κρατικών κονδυλίων σε Δημόσια έργα στον Νομό.

Συνταξιοδοτήθηκε από το Δημόσιο το 1964 και συνέχισε να εργάζεται ως ιδιώτης ιατρός χωρίς να πάψει να ασχολείται με το ίδρυμα.
Με την προοπτική της κατάργησης του Πρεβεντορίου, περιγράφοντας το δράμα των χρονίως πασχόντων με συνεχή υπομνήματα στο Υπουργείο, στη Νομαρχία, με άρθρα στις εφημερίδες και με συλλογή υπογραφών, διεκδικεί και απαιτεί την ίδρυση Ιδρύματος Ανιάτων στις εγκαταστάσεις του.
Το Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων αρχίζει να λειτουργεί το 1977 αλλά αυτός συνεχίζει να ασχολείται έμπρακτα με διάφορα προβλήματά του μέχρι το τέλος της ζωής του. Το ίδρυμα ΘΧΠΧ αναγνωρίζοντας την συμβολή του στην ίδρυση και λειτουργία του τοποθέτησε την προτομή του στον αύλειο χώρο του.

Συγχρόνως αρθρογραφεί στον ημερήσιο τύπο για θέματα κοινωνικά, ιστορικά, λαογραφικά, γεωργο-αγροτικά, περιβαλλοντολογικά, πολεοδομικά, επιστημονικά, Δημόσιας Διοίκησης κλπ, συχνά με καταγγελτικό χαρακτήρα.

Έπαυσε να ασκεί την Ιατρική το 1982.